Καθρέφτες στο χάος (μέρος Α’)

Posted in Αποσπασματικά με ετικέτες, on 11 Αύγουστος 2008 by imakollata

2

Σινικό γυμνό

Θα κυλήσουν πολλά τρίωρα γι’ αρκετούς ακόμα μήνες στο μεγάλο κρεβάτι.

Έχει άφθονο χρόνο να σκεφτεί, ν’ αναπολήσει. Αναδρομές στο παρελθόν, εγγύτερο κι απώτερο. Όσο της είναι δυνατό, επιλέγει τις μνήμες της. Όχι πάντα, όμως. Ερεθίσματα κι αφορμές του παρόντος προκαλούν, συνειρμικά, γεγονότα του παρελθόντος και μαζί σκιές προσώπων, μυρωδιές, ήχοι, αισθήματα. Εικόνες σχετικές, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Άλλοτε προκαλούν θλίψη. Άλλοτε ευχαρίστηση.Αναμνήσεις που μένουν ευλαβικά φυλαγμένες σαν σε χιλιόχρονο μπαούλο. Καλά κλειδωμένο.Άλλες που μοιράζονται.

Λίγο πολύ είναι το ίδιο είτε πάνω στο κρεβάτι είτε πίσω απ’ το γραφείο.Ένα είδος ψυχανάλυσης, ελεύθερης, αμφίδρομης, μη κατευθυνόμενης.Και οι δύο συνένοχοι . Συμμέτοχοι σε μια διαδικασία πολύ προσωπική για τον καθένα.

Τόπος κοινός: η τέχνη .

Το ιδανικό προσδοκώμενο : ατμόσφαιρα ερωτικής αναμονής. Δύσκολο για εκείνη.

Χαλαρώνει κι εστιάζει στην εικόνα της.Παράξενο, αλλά μοιάζει σαν οι καθρέφτες να έχουν τη δική τους μνήμη.Την αντανακλούν στον παρόντα χρόνο, ατόφια σχεδόν. Αναλλοίωτη.Μνήμες που σαν διάττοντες αστέρες, λαμποκοπούν για λίγο σε μια μεγαλειώδη πτώση, πριν καούν στην ατμόσφαιρα του παρόντος.

Μνήμη πρώτη.

Εφηβική ηλικία. Αποτυπωμένη στον μοναδικό μεγάλο καθρέφτη του πατρικού μου σπιτιού, μπροστά απ’ το κρεβάτι των γονιών μου. Ευτυχώς, τις διακρίνω μόνον εγώ.Οι πρώτες ανιχνεύσεις ενός κορμιού ασχημάτιστου, ακόμα, άγνωστου- κρυφά, τις ώρες εκείνες που όλοι έλειπαν. Τοπίο παρθένο, ανεξερεύνητο. Πρωτόγνωρες εξάρσεις, οι πρώτες φαντασιώσεις-απρόσωπες, θολές, υπαινιγμοί. Οι πρώτοι οργασμοί, έκπληξη και έκσταση. Η πρώτη γεύση ηδονής, γλυκιά, αλμυρή, υπόξινη. Το παιχνίδι της ενοχής και της απόλαυσης.

Μνήμη δεύτερη.

Περιμένοντας τον Άρη στο κρεβάτι, μπροστά απ’ τον καθρέφτη της κάμαράς μας.Τον είχε κρεμάσει ο ίδιος σε θέση τέτοια, ώστε μέσα του να χωρά το σύμπλεγμα των γυμνών μας κορμιών. Γλυκιά αναμονή για χάδια, για φιλιά. Λαχτάρα για σάρκα. Σμίξιμο. Πρόβα συνεύρεσης. Ερωτική προετοιμασία. Εξερευνούσα και δοκίμαζα πριν από κείνον, σημεία του κορμιού μου και προοπτικές καινούργιες που θα ξέφευγαν απ’ το συνηθισμένο. Θ’ αντικαθιστούσαν, ίσως, το γνωστό και οικείο με την έκπληξη του αγνώστου. Όσο κι αν αυτό είναι το δυσκολότερο σε μια μακροχρόνια σχέση. Μια κίνηση ελάχιστα διαφορετική, ένα παιχνίδι καινούργιο. Καμιά φορά αρκούσαν για να εξάψουν το ενδιαφέρον μας.

Ο ξερός ήχος της πένας την βγάζει απ’ τις σκέψεις της. Το σχέδιο έχει αρχίσει ήδη να σχηματίζεται, με την πένα ν’ απλώνει αποφασιστικά το μελάνι.  Συνήθως ο ήχος ήταν διστακτικός στην αρχή, με πολλά κενά και μεσοδιαστήματα μεταξύ των γραμμών, σαν ο ζωγράφος να δοκίμαζε τη γραφή του, να έλεγχε τη ρευστότητα του μελανιού, ή να αμφέβαλλε για το πώς να ξεκινήσει, μια δυσκολία όχι τεχνικής φύσεως, αλλά ψυχολογικής. Σήμερα, όμως, φαίνεται πιο αποφασισμένος, πιο σίγουρος για το τι θέλει να κάνει.

Πέντε λεπτά αργότερα η μικρή σφραγιδούλα τυπώνει τα κόκκινα αρχικά του ζωγράφου στο χαρτί.

- Πολύ καλό για πρώτο σχέδιο! ψιθυρίζει και το χαρτί προσγειώνεται στο πάτωμα, αριστερά του γραφείου.

Εκείνη δεν αντέχει στον πειρασμό κι ανασηκώνεται για να ρίξει μια ματιά.

- Α, ναι! δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της. Πολύ όμορφο!

Κυματιστές γραμμές, αλλού λεπτότερες, αλλού με μια εντυπωσιακή και τολμηρή συγκέντρωση μελανιού. Δείχνουν στήθη πιο πλούσια απ’ την πραγματικότητα . Καμπύλες χυμώδεις. Μια γιαπωνέζα απλώνει νωχελικά το κορμί της, προκαλώντας στο θεατή άμεσους ή έμμεσους συνειρμούς, καλώντας τον να πάει κοντά της, να την αγγίξει, να πιάσει το άπιαστο, ή τουλάχιστον, να το επιθυμήσει, να τ’ ονειρευτεί .

Ο ίδιος, της είχε πει πως αυτό που απεικονίζει είναι η αίσθηση που παίρνει απ’ τα μοντέλα του. Αιχμαλωτίζει τον ερωτισμό που εκπέμπει η κάθε γυναίκα. Την ατμόσφαιρα που δημιουργεί με την κίνηση ή την ακινησία της, καθώς εκείνη, ξεχασμένη στον εαυτό της, αναπολεί, ονειρεύεται, παρατηρεί τα στήθια της, χαϊδεύει αφηρημένη το μουνί της, ξύνει τον πισινό της σκεπτόμενη. Κινήσεις τετριμμένες, για κείνον πηγή έμπνευσης. Εντοπίζει σ’ αυτές την κρυμμένη αλήθεια. Αποκαλύπτει το μυστήριο ξεφλουδίζοντάς το λίγο- λίγο, μέχρι να φτάσει στα σπλάχνα, στην καρδιά, μετουσιώνοντάς το μέσ’ από κείνον. Αναζητά κάθε φορά την βαθύτερη ουσία μεσ’ απ΄ την ειλικρινή σχέση της γυναίκας με το κορμί της. Το ευάλωτο της γύμνιας της που δεν είναι μόνο γύμνωνα κορμιού, μα και ψυχής. Εγκατάλειψη…Εσωστρέφεια…Η μοναξιά του αυτοαγγίγματος. Η οπτική πραγματικότητα αυτή καθ’ αυτή δεν τον ενδιαφέρει καθόλου. Ούτε οι τέλειες αναλογίες ή τα όποια μειονεκτήματα. Τα σημάδια του χρόνου και η αναπόφευκτη φθορά δεν τον απασχολούν. Ακριβώς το αντίθετο. Τα επιζητεί. Τα χρησιμοποιεί.

– Θα σε ζωγραφίζω για τα επόμενα είκοσι χρόνια, γλυκιά μου ! της λέει συχνά

- Μα θα έχω πια γεράσει, Κριστιάν ! του απαντά γελώντας, φανερά κολακευμένη, ωστόσο.

Εντάξει, τώρα με δουλεύει. Θα μου’ χουν κρεμάσει τα βυζιά, ο κώλος, η κοιλιά. Πώς να εμπνευστείς από μια παλιόγρια;

- Κι αν ακόμα γεράσεις, θα εξακολουθείς να είσαι ερωτική. Μια ελκυστική εξηντάρα, που θα έχει χορτάσει έρωτες κι εμπειρίες που θα έχουν καταγραφεί στο κορμί της και θα τις διηγείται μεσ’ απ’ αυτό.

Τι αισιόδοξη προοπτική, μα την αλήθεια!

-Τα κύτταρα μας έχουν τη δική τους μνήμη, συνεχίζει. Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό. Σ’ αυτά καταγράφονται τα πάντα. Φόβοι πόθοι, χαρές, πόνοι. Η μοναξιά.

Ναι, είναι ήδη σίγουρη γι’ αυτό, δεν αμφιβάλει καθόλου.

- Αν δεν θα μ’ έχεις βαρεθεί μέχρι τότε…θα σου κάνω τη χάρη, τον πειράζει..

- Δεν βαριέμαι εύκολα, ξέρεις, μην σ’ απασχολεί αυτό.

Γελά μ’ αυτές τις στιχομυθίες που της θυμίζουν τρυφερή συνομιλία ζευγαριού στα πρώτα στάδια της σχέσης. Εκεί όπου οι υποσχέσεις και οι δηλώσεις τόσο εύκολα ξεστομίζονται, μέσ’ απ’ την ανάγκη για ασφάλεια και διάρκεια στο χρόνο αυτού που είναι τόσο όμορφο τώρα, μα και τόσο αβέβαιο, τόσο εύθραυστο. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα σενάριο ελάχιστα ρεαλιστικό, η προοπτική αυτή είναι πέρα για πέρα τονωτική για την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας λίγο πριν τα σαράντα κι οπωσδήποτε κάνει τη δουλειά της την παρούσα στιγμή. Αυτό είναι το ζητούμενο.

Κάποτε, στις πρώτες τους συναντήσεις, τον ρώτησε γιατί ασχολείται τόσο με το γυμνό – κάποιοι τοίχοι του εργαστηρίου είναι από πάνω έως κάτω γεμάτοι με γυμνά, ως επί το πλείστον σχέδια με μελάνι, μέσα σ’ εξαιρετικής ποιότητας κορνίζες.Κάποια απ’ αυτά τα έργα είναι πραγματικά μοναδικά.

Η λατρεία του για το γυναικείο σώμα είναι διάχυτη παντού στο χώρο.

- Πρόκειται για κάποιο χρέος που έχω απέναντι στις γυναίκες. Λατρεία και φόρος τιμής μαζί. της απάντησε. Θα καταλάβεις αργότερα.

Καταλαβαίνει. Το βλέπει στο σχέδιο που στεγνώνει στο πάτωμα. Το μάτι της ζωγράφου δίνει τις δικές του ερμηνείες, μα η γυναικεία της διαίσθηση αντιλαμβάνεται περισσότερα πράγματα απ’ όσα εκείνος θα ήθελε ν’ αποκαλύψει. Βλέπει μπροστά της τη γυναίκα που εκείνος δεν χόρτασε. Την γυναίκα που του λείπει.

Το αποτέλεσμα της δουλειάς του, πολύ συχνά, αγγίζει την λιτή αρμονία της κινέζικης ζωγραφικής. Δυο – τρεις γραμμές είναι αρκετές για ν’ αποκαλύψει την ομορφιά ενός γυναικείου σώματος μεσ’ απ’ την ευάλωτη γύμνια του. Την απειλή του πειρασμού μεσ’ απ’ την φευγαλέα λαγνεία. Τον ερωτισμό της μιας μόνον στιγμής. Η ανεπιτήδευτη αφαίρεση θαρρείς και κάνει πιο έντονη τη θηλυκότητα, εξερευνώντας τα βάθη της, σε μιαν εναγώνια απόπειρα ν’ αναδείξει την εσωτερική αλήθεια του αντικειμένου.

Οι γραμμές του, ανοιχτές, ελεύθερες. Δεν περιορίζουν ασφυκτικά τη μορφή. Δεν υπάρχουν όρια. Άλλοτε βίαιες κι επιθετικές. Άλλοτε ευαίσθητα μυστικές κι αποκαλυπτικές.

Καταστροφή και γένεση, πόθος κι ολοκλήρωση, εναλλάσσονται.

Απελευθερώνει τη μορφή, πολύ συχνά αποκόβοντάς την απ’ το περιβάλλον της που συνήθως δεν τον ενδιαφέρει και διοχετεύει μέσ’ απ’ τη δράση της πένας του την αμεσότητα της επαφής του με τη σάρκα, με χειρονομίες εντυπωσιακά δυναμικές, ή τρυφερά περιγραφικές, εκδηλώνοντας την πράξη και το ένστικτο.

Η ίδια γραμμή που τώρα σχηματίζει έναν ώμο, στο επόμενο σχέδιο μετατρέπεται σε βυζί και στο άλλο σε ολοστρόγγυλο γοφό. Της θυμίζουν σύννεφα που αλλάζουν κάθε τόσο σχήμα, από το ένα σχέδιο στο άλλο.

Της άρεσε απ’ την πρώτη στιγμή ο τρόπος που δούλευε, καθώς είναι εντελώς αρνητικός σε οποιαδήποτε στημένη κι επιτηδευμένη πόζα. Η ελευθερία και η φυσικότητα που απαιτεί απ’ την ίδια, όπως και από κάθε μοντέλο του, είναι κάτι που την χαροποιεί και την βολεύει.

Είχε δουλέψει κι εκείνη με μοντέλα στη σχολή και κατ’ ιδίαν στο παρελθόν και είχε ποζάρει για φίλους κι έτσι γνωρίζει πολύ καλά την κόπωση της επιβεβλημένης ακινησίας, της αυστηρά στημένης πόζας.

Εδώ, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

Δεν υπάρχει πόζα. Μόνο αυθορμητισμός και χαλαρότητα.

Κάνει ό,τι θέλει, αυτός είναι ο σκοπός, η φυσικότητα, η ειλικρινής έκφραση του σώματος μεσ’ απ’ την ελεύθερη έκφραση της ψυχής .

Όχι, δεν της είναι πάντα εύκολο αυτό, κι εκείνος το ξέρει.

…………………………

‘Καθρέφτες στο χάος’ (μέρος Α΄)

Posted in Αποσπασματικά με ετικέτες, , , on 18 Ιούνιος 2008 by imakollata

Δανάη

Gustave Klimt


1

To χάος

Πετάει το μισοσβησμένο τσιγάρο στο πάτωμα, ανάμεσα στις υπόλοιπες γόπες.

Τασάκι δεν υπάρχει πουθενά στο χώρο, είναι ανώφελο.

Το ψηλό σιδερένιο κρεβάτι με τα κόκκινα σεντόνια αναστενάζει ράθυμα ενώ κάθεται στην άκρη του κι αρχίζει να βγάζει τις μπότες της.

Ακολουθούν οι κάλτσες, που βρίσκουν τη θέση τους μέσα στις μπότες. Η κάθε μια με το ταίρι της. Ανασηκώνεται, κι αρχίζει να γδύνεται αργά αφήνοντας προσεχτικά τα ρούχα στην καρέκλα δίπλα της.

Πρώτα βγάζει τη μπλούζα. Ζέστανε ο καιρός απότομα. Φορά μόνο ένα λεπτό, μάλλινο μπλουζάκι που κι αυτό της φαίνεται βαρύ. Το απλώνει μ’ ανακούφιση στην πλάτη της καρέκλας. Μένει με το σουτιέν από λευκό σατέν.

Ξεκουμπώνει το ξεθωριασμένο τζιν. Το κατεβάζει. Το λευκό δαντελωτό κιλοτάκι αποκαλύπτεται. Ελάχιστο κόκκινο εδώ κι εκεί, ίσα να διασπά την αγνότητα του λευκού. Δεν ταιριάζει και τόσο με το σουτιέν, αλλά δεν την νοιάζει αυτό. Τέτοιες λεπτομέρειες εδώ δεν έχουν την ίδια σημασία. Η εξέλιξη είναι δεδομένη. Ωστόσο, φροντίζει ιδιαίτερα γι’ αυτό το ετερόκλητο των εσώρουχων, σαν ένα μέτρο προφύλαξης, ίσως τελικά, περιττής. Αυτό που ακολουθεί ξεπερνά την επίδραση της όποιας πρώτης εντύπωσης, προχωρά πέρ’ απ’ αυτήν.

Με την άκρη του ματιού της πιάνει το βλέμμα του άντρα απέναντί της να την κοιτάζει φευγαλέα, αφηρημένα σχεδόν. Την παρατηρεί για λίγο κι ύστερα στρέφει αλλού το βλέμμα για να την αφήσει να γδυθεί με την ησυχία της, χωρίς ενόχληση. Αυτές οι ματιές της προκαλούν μια συστολή αναπόφευκτη, την φέρνουν σ’ αμηχανία. Μα ξέρει πως σε λίγη μόλις ώρα και τα δύο θα διαλυθούν, κατά μεγάλο βαθμό τουλάχιστον.

Ανασηκώνει πρώτα το αριστερό, μετά το δεξί πόδι. Τραβά το εφαρμοστό παντελόνι, το διπλώνει στα τέσσερα και το ακούμπα πάνω στην μπλούζα.

Βγάζει το σουτιέν και το αφήνει πάνω στο τζιν. Το στήθος μένει γυμνό.

Το κιλοτάκι για το τέλος. Τ’ αποχωρίζεται μ’ έναν στιγμιαίο δισταγμό, με μια μικρή καθυστέρηση, σαν ν’ αφαιρεί από πάνω της το τελευταίο πρόσχημα σεμνότητας, το τελευταίο προστατευτικό της κάλυμμα, νιώθοντας εντελώς ευάλωτη, τρωτή. Το ακουμπά κι αυτό, διπλωμένο στο κάθισμα, πάνω απ’ την μπλούζα.

Αναρωτιέται κάθε τόσο γι’ αυτήν την μανία της με την τάξη. Μια σχολαστικότητα, που της εμφανίζεται μόνον σ’ αυτόν εδώ τον χώρο, ενώ πολύ συχνά, στο σπίτι, τα ρούχα της κείτονται

απελπιστικά ανακατωμένα στις καρέκλες της κρεβατοκάμαρας, τις κρυμμένες πίσω απ’ τον κομό και την πόρτα. Μπλούζες μαζί με σλιπάκια και κάλτσες, παντελόνια και ζακέτες μαζί με δυο τρία σουτιέν, ανάμεικτα, ακατάστατα. Δεν πρόκειται για τεμπελιά, μάλλον για ένα στυλ επιμελημένης ατημελησίας, μια καθαρά προσωπική αίσθηση της τάξης, στο σπίτι όσο και στο ντύσιμό της. Ένα στυλ που ταιριάζει στον χαρακτήρα και στον τρόπο ζωής της. Η σχολαστικότητα είναι καθαρά σπατάλη χρόνου κι ενέργειας, πιστεύει, για κάποια πράγματα τουλάχιστον. Εδώ, νιώθει την ανάγκη να είναι πιο επιμελής, πιο συγκεντρωμένη.

Ίσως αυτό το ευάλωτο της γύμνιας μπροστά σ’ έναν άντρα άγνωστο, σε χώρο δικό του, την αναγκάζει ν’ ασκεί κάποιου είδους έλεγχο στο κορμί, στα πράγματά, στα λεγόμενα, μπορεί και στις σκέψεις της..

Στις πρώτες συναντήσεις τους, πριν ακόμα γνωριστούν καλά και δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους, μια αδιόρατη αίσθηση απειλής, ενός κινδύνου αρχέγονου σχεδόν, ξυπνούσε μέσα της. Το να ξέρει πως τα προσωπικά της αντικείμενα βρίσκονται δίπλα της, της δίνει μιαν αίσθηση ασφάλειας που ενισχύεται απ’ την τακτική των αταίριαστων εσώρουχων. Δεν είναι ανόητη, πολύ νωρίς αντιλήφθηκε πως η ίδια μπορεί να είναι εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνη μια που διαθέτει τα όπλα και την δύναμη της θηλυκής της φύσης κι όμως, η ανασφάλεια παραμένει πάντα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που γδυνόταν υπό το βλέμμα ενός άντρα, ήταν όμως ένα γδύσιμο διαφορετικό.

Εκείνος γύρω στα πενήντα, γαλλο-γερμανικής καταγωγής –γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ελλάδα - ανοιχτόχρωμο δέρμα, αρυτίδωτο πρόσωπο, στρογγυλό, ροδοκόκκινο, καστανοπράσινα μάτια. Συχνά της θυμίζουν μάτια μικρού παιδιού όποτε ανασηκώνει τα φρύδια και κοιτά με προσήλωση πίσω απ’ τα χοντρά γυαλιά του, σημεία επάνω της που τον ενδιαφέρουν- σπαστά καστανά μαλλιά και γένια πλούσια που έχουν ελάχιστα γκριζάρει.

Όσην ώρα εκείνη γδύνεται, εκείνος, απορροφημένος ακόμα απ’ το μικρό χάος που βασιλεύει μπροστά του, τακτοποιεί τα χαρτιά, ξεδιαλέγει τις πένες, ελέγχει τα μελάνια, ψάχνει για τα κατάλληλα πινέλα.

Κάποια στιγμή, γεμίζει το ποτήρι που έχει συνήθως δίπλα του με ουίσκι, αποφασίζει ν’ ανασηκώσει το βλέμμα και κοιτά τη γυμνή γυναίκα μπροστά του μ’ αμηχανία. Αναγνωρίζει πως είναι η ίδια αμηχανία με τη δικιά της, αντεστραμμένη όμως, κι αυτό της κάνει κάθε φορά εντύπωση.. Με τον καιρό την συνηθίζει και κατά κάποιον τρόπο tης αρέσει.

Με ντρέπεται! Πώς είναι δυνατόν!

Σαν να ντρέπεται ο ίδιος περισσότερο από κείνη, αν και έμπειρος και συνηθισμένος σ’ αυτές τις καταστάσεις. Έχοντας δει εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια - απ’ τις σπουδές του στο Παρίσι και στη Φλωρεντία μέχρι σήμερα - αρκετές δεκάδες γυναικών, κάθε ηλικίας, κάθε σωματότυπου και σε όλες τις πιθανές πόζες, έχοντας μελετήσει το γυναικείο σώμα μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια, δεν θα περίμενε κανείς πως θα του έκανε αίσθηση έν’ ακόμα γυμνό γυναικείο κορμί. Κι όμως, κάθε φορά διαπιστώνει την ίδια συστολή, το ίδιο αναπάντεχο δέος.

Πιάνει αργά ένα μακρύ πινέλο απ’ το αναλόγιο εκεί δίπλα και το κράτα με τα δόντια. Μαζεύει τα μαλλιά της στην κορφή του κεφαλιού στριφογυρίζοντάς τα και περνά το πινέλο ανάμεσα. Η κόμμωση της ζωγράφου. Το συνηθίζει στο σπίτι, τα καλοκαίρια, κυρίως, όταν δουλεύει.

Κάθεται απαλά στο κρεβάτι , σαν να θέλει να το ξεγελάσει, να μην την πάρει χαμπάρι, μα εκείνο, πάλι κάτι μουρμουρίζει γκρινιάρικα ..

Πάντα μ’ αυτή τη σειρά, οι ίδιες αργές κινήσεις, δεν υπάρχει λόγος για βιάση.

Πίνει το ίδιο αργά, μια γουλιά απ’ το κολονάτο ποτήρι που είχε γεμίσει νωρίτερα με λευκό κρασί. Υπάρχει σε αφθονία στο μικρό ψυγείο αυτή την εποχή, μαζί με δυό τρεις ακόμα ποικιλίες. Σκύβει και το ακούμπα στο πάτωμα, στα πόδια του ψηλού κρεβατιού, σ’ ένα σημείο που να μπορεί να το φτάσει εύκολα. Χαμογέλα ευχαριστημένη απ’ τη γεύση που πλημμυρίζει το στόμα της. Τι άρωμα!

Δεν είναι της προτίμησής της τα λευκά κρασιά, μ’ αυτό εδώ είναι το κάτι άλλο. Από μικρό παραγωγό που βγάζει ελάχιστα μπουκάλια κάθε χρόνο για τον ίδιο και για φίλους. Δεν κυκλοφορεί στο εμπόριο. Καθαρό από χημικά, αφήνει ένα πλούσιο πιπεράτο άρωμα σταφυλιού στον ουρανίσκο. Διακριτικά σαμπανιζέ, γλυκόπιοτο, ελαφρύ. Μια μικρή απόλαυση που προσθέτει μια χροιά πολυτέλειας, σ’ αυτό που κάνει, τον χαρακτήρα του ξεχωριστού κι επιπλέον την βοηθά να χαλαρώσει. Ξαπλώνει στο κρεβάτι με μιαν αίσθηση ευδαιμονίας.

Έτοιμη να παίξω το παιχνίδι, το ρόλο. Τι παράξενο! Λίγο πριν, μια άλλη. Σουπερμάρκετ- ταχυδρομείο -τράπεζα- μαγείρεμα για μεσημέρι - ν’ απλώσω ρούχα - μια πινελιά στο τελάρο - το κρεβάτι ξέστρωτο ακόμα , φτου! - να μην ΄αρπάξει΄ πάλι το φαΐ!- έτοιμο ! – κι άλλη μια πινελιά - κι ένα τσιγάρο…μισό - μια γουλιά καφέ για το δρόμο - τέλος - κλείνω παράθυρα – κλειδώνω - έφυγα!.

Εδώ, γαλήνη. Η γαλήνη εντός του συμπαντικού χάους. Όλα είναι δυνατά, εκ του μηδενός ερχόμενα. Δεν είμαι εγώ, όχι αυτή που συνήθισα να είμαι.

Βολεύεται στηρίζοντας την πλάτη στα μαλακά μαξιλάρια, τ’ αραδιασμένα κατά μήκος του τοίχου. Απλώνεται νωχελικά, με τα πόδια ελαφρώς λυγισμένα. Ελάχιστα ανοιχτά. Ίσα να φαίνεται το σκούρο τρίχωμα της ήβης. Εξετάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη τον τοποθετημένο πλαγίως απέναντί της. Με δυσκολία στην αρχή. Ξέρει πως αυτό της το καθρέφτισμα παρακολουθείται.

Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ. Η ζωή είναι γεμάτη προκλήσεις, τελικά κι ο εαυτός μου γεμάτος εκπλήξεις.

Διορθώνει λίγο τη στάση της, θέλοντας ν’ αποτινάξει από πάνω της και τα τελευταία υπολείμματα ανώφελης σεμνότητας- δεν βρίσκομαι εδώ για να το παίζω σεμνή - τόλμα ν’ ανοίξει λίγο περισσότερο τα πόδια και ισιώνει την πλάτη. Το στήθος προβάλλει.

Αρκετό γι’ αρχή. Ύστερα βλέπουμε.

Ικανοποιημένη απ’ την εικόνα της, ρίχνει μια ερωτηματική ματιά στον άντρα που κάθεται πίσω από ένα γραφείο, σε μιαν απόσταση δυόμισι- τριών μέτρων απέναντι απ’ το κρεβάτι. Αναζητά στο βλέμμα του και τη δική του έγκριση. Η δική του οπτική έχει κάποια παρέκκλιση απ’ τη δική της εικόνα στον καθρέφτη, αφού εκείνος την βλέπει από άλλη γωνία.

Με τον καιρό, όμως, έχει μάθει τις θέσεις εκείνες που του αρέσουν περισσότερο και τον βοηθούν ώστε να έχει καλύτερο αποτέλεσμα. Καταφέρνει να βρίσκει λίγο ευκολότερα κάθε φορά την ιδιαίτερη εκείνη διάθεση που είναι απαραίτητη για να χαλαρώσει και να μπει στο πετσί του ρόλου.

Ο ρόλος; Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου. Προκλητική οδαλίσκη. Μούσα. Αυτή είναι η δουλειά της εδώ.

Το έργο; Η ίδια η τέχνη. Διαδραματίζεται σε πολλές πράξεις. Το σκηνικό ίδιο πάντα.

Ασυνήθιστη κατάσταση. Σπάνια εμπειρία. Ξετυλίγεται σταδιακά, μήνα τον μήνα. Λίγο- λίγο, ώρα με την ώρα, κατά την διάρκεια των συναντήσεών τους. Ανάμεσα σε τσιγάρα στριφτά, μικρές γουλιές από κρασί για την ίδια και ουίσκι για εκείνον, κουβέντες για διάφορα, μικροπράγματα της καθημερινότητας, συζητήσεις για την τέχνη, με αρκετές δόσεις υπαρξιακής αγωνίας.

Ο άντρας, τρεμοπαίζει για λίγο ντροπαλά τα μάτια του και τα ξανακατεβάζει γρήγορα - γρήγορα στα χαρτιά του.

Να τη πάλι, η συστολή.

Παίρνει κουράγιο διαπιστώνοντας πως όλα του τα σύνεργα είναι σε καλή κατάσταση και βρίσκονται σε απόλυτη τάξη – έτσι όπως αυτός τουλάχιστον εννοεί την τάξη. Όλα τον περιμένουν καρτερικά να ξεκινήσει. Ξαναστρέφει το βλέμμα πάνω της. Μένει να την κοιτά για λίγο με την ίδια αμηχανία, μα με περισσότερη τόλμη αυτή τη φορά. Από πάνω μέχρι κάτω. Τελικά της κάνει ένα νεύμα με τ’ αριστερό του χέρι κρατώντας το τσιγάρο που θ’ ανάψει σε λίγο.

-Ωραία κορίτσι μου, χαλάρωσε, κάνε τα δικά σου, μην με σκέφτεσαι εμένα.

Είναι σίγουρη πως το λέει αυτό, για να δώσει χρόνο στον εαυτό του, να χαλαρώσει, να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που πρόκειται να κάνει και λιγότερο για να την ενθαρρύνει. Για να της αποδείξει ακριβώς αυτό, ο άντρας αποστρέφει ξανά το βλέμμα, τώρα προς τον μακρύ οριζόντιο φεγγίτη με τ’ αδιαφανή τζάμια κατά μήκος του τοίχου αριστερά του. Ελέγχει το φως. Πέφτει αμφίβολο και μουντό λόγω της συννεφιάς που έχει έξω εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημεράκι. Ύστερα γυρνά το κεφάλι, νευρικά, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Δυο – τρία μεγάλα καβαλέτα με ημιτελείς πίνακες. Ένας αυτοσχέδιος μικρός πάγκος με ροδάκια στα πόδια. Πάνω του κουτιά με χρώματα, πινέλα, ένα τηλέφωνο, κανά δυο βιβλία, ένα…φαράσι (!) Λειτουργούν σαν παραβάν και απομονώνουν πολύ έξυπνα το χώρο του κρεβατιού στο βάθος του εργαστηρίου, απ’ τον υπόλοιπο, το σαλόνι υποδοχής με τις βιβλιοθήκες, την τουαλέτα, το μικρό ξυλουργείο. Η θέση του ίδιου πίσω απ’ το γραφείο, του επιτρέπει να έχει θέα σ’ ολόκληρο σχεδόν το χώρο και κυρίως στο τζαμωτό της εισόδου, που βρίσκεται στην ίδια ευθεία μ΄ εκείνον, 20 μέτρα πιο πέρα.

Κατά την πρώτη της επίσκεψη στο ημιυπόγειο εργαστήριο, ενθουσιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στο χώρο δουλειάς ενός άλλου ζωγράφου, εκτός απ’ τον δικό της. Κάτι τόσο απλό που ήθελε πάντα να κάνει, αλλά δεν της είχε δοθεί ποτέ πριν η ευκαιρία. Βρήκε αυτό ακριβώς που φανταζόταν και κάτι περισσότερο. Ένα χώρο ζωντανό, δημιουργικά ασφυκτικό, όπου το κάθε τι παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον . Εδώ, υπάρχουν πάντα καινούργια πράγματα ν’ ανακαλύψει κανείς. Μικροί θησαυροί, τυπωμένοι ή χειροποίητοι, με το βάρος της σκόνης πολλών χρόνων απάνω τους. Τοίχοι, γεμάτοι από πίνακες, μεγάλα τελάρα 1,50 – 2,00 μέτρων αποθηκευμένα σε στοίβες όρθια, το ένα πάνω στ’ άλλο.Βιβλιοθήκες και μπάγκοι ξύλινοι γεμάτοι βιβλία για την τέχνη, για τη λογοτεχνία, πολλά απ’ αυτά σπάνια και πανάκριβα, κιτρινισμένα, κάποια μάλιστα, υπογεγραμμένα απ’ τους συγγραφείς τους . Στο πάτωμα,  ανάμεσα σε αποτσίγαρα πολλών ημερών ή και μηνών, διάσπαρτα έργα ακουαρέλας, σινικής, λάδια, άλλα μες στις κορνίζες τους άλλα όχι. Σχέδια, προσχέδια, παμπάλαια ή και πρόσφατα, μικρά καλλιτεχνήματα από ξύλο, από μέταλλο, καλάμια ψαρέματος, χαρτόκουτες με άχρηστο ή χρήσιμο περιεχόμενο, λογαριασμοί τηλεφώνου, ρεύματος, μερικά χαρτονομίσματα – όχι ασήμαντης αξίας-, ένα - δυο μπουκάλια ουίσκι, άδεια. Όλα ανάμεικτα, ανάκατα, σε μια μοναδική, διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, αποκαλύπτοντας έναν συνεχή δημιουργικό οργασμό πολλών χρόνων. Τα περισσότερα, σε μια κατάσταση απόσυρσης απ’ το παρόν δημιουργικό προσκήνιο. Ενέπνευσαν, τάισαν σκέψεις και ιδέες το μυαλό. Χρησιμοποιήθηκαν σαν πρώτη ύλη, ως αφορμές, ως απόπειρες. Τώρα, βυθισμένα στη λίμνη της λήθης. Ίσως, κάποια απρόσμενη συγκυρία να τ’ ανακαλέσει πάλι, να τα επιστρατεύσει σε μια νέα δράση, για έναν καινούργιο κύκλο δημιουργίας.

Το χαοτικό σύμπαν αναπαράγει τον εαυτό του μ’ εκπληκτική τάξη και συνέπεια. Ξανά και ξανά και ξανά.

Περιμένει. Γόνιμη αναμονή . Χαϊδεύει την κοιλιά της. Ρίχνει ματιές στον καθρέφτη. Το στήθος, διαγράφεται όμορφα παρά την ωριμότητά του. Και η κοιλιά το ίδιο. Στρογγυλεμένοι γοφοί. Οι μηροί γεμάτοι. Όμορφο σχήμα. Ίσως να ‘χουν παραγεμίσει κάπως. Οι γάμπες.

Ο προβολέας στραμμένος απάνω της. Φωτίζει έντονα ολόκληρη τη δεξιά πλευρά, σκιάζοντας το υπόλοιπο κορμί. Κάτω απ’ το δέρμα - πόσο λείο μοιάζει και διάφανο! - στο δυνατό φως, διακρίνονται ακόμα κάποιοι μύες στην κοιλιά, στα πόδια, στα χέρια. Δεν είναι πλαδαρό ή νωθρό. Ούτε κι ιδιαίτερα γυμνασμένο. Πώς παίζουν το φως και οι σκιές μαζί του!

Όμορφες γραμμές, μ’ αρέσουν.

Μετά απ’ τη σύντομη επιθεώρηση εκεί όπου επικρατεί το οικείο του χάος κι αφού σιγουρεύεται πως τίποτα δεν το έχει διαταράξει -πώς θα μπορούσε άλλωστε; - ο ζωγράφος ανάβει το τσιγάρο που κρατούσε. Με το άλλο χέρι διαλέγει τη μεγάλη αυτοσχέδια πένα από μπαμπού και τη βούτα στο γυάλινο βαζάκι με τη σινική. Τη σκουπίζει σχολαστικά στα τοιχώματα του βάζου. Λίγα χιλιοστά πριν ακουμπήσει την φρεσκοξισμένη μύτη της στο χοντρό χαρτί, ανασηκώνει γι’ άλλη μια φορά τα μάτια του. Τώρα, μπορεί να συγκεντρωθεί επάνω της.

Έχει γείρει το κεφάλι στο πλάι για να ξεκουράσει τους μύες του αυχένα, μια στάση που ξέρει πως έτσι κι αλλιώς αρέσει και σ’ εκείνον. Απόδειξη, πως του βγαίνει όμορφα στο σχέδιο. Νιώθει το βλέμμα του χαλαρό, διεισδυτικό, να διατρέχει το κορμί της. Απ’ τα μαλλιά μέχρι τ’ ακρόνυχα των ποδιών. Μνήμη: πούπουλο μικρού, λευκού νεοσσού, χαϊδεύει δέρμα και κάτω απ’ αυτό, ως μέσα την ψυχή. Άλλο βλέμμα. Μακρινό, σκοτεινό, απαλό, φτερουγίζει, χάνεται. Τον λοξοκοιτά μ’ ένα ξάφνιασμα και την ψευδαίσθηση πως ειν’ εκείνο, το άλλο. Οι ματιές τους συναντιούνται. Εκείνος δυσανασχετεί:

-Όχι, όχι, μην με κοιτάς, ξέχνα με! Πες πως δεν είμαι εδώ, συγκεντρώσου στον εαυτό σου, στο κορμί σου, στο είδωλό σου .

Το κάνει, με μια μικρή απογοήτευση στιγμιαία, φευγαλέα. Όπως και η πριν από τόσο λίγο παρούσα αίσθηση, που πέταξε ξανά προς τη λησμονιά.

Να συγκεντρωθώ….να συγκεντρωθώ στο σημείο μηδέν μέσα μου, γιατί όλα τ’ άλλα σημεία είναι άτακτες φυγές προς τη μνήμη . Η εικόνα μου. Εικόνα του χρόνου, των χρόνων που πέρασαν. Καταγραφή διαδρομής. Όχι ευθείας, κυκλικής. Σπειροειδής πορεία, αυτοτεμνόμενη. Πότε ανοδική, πότε καθοδική. Ελλειπτική τροχιά της Ύπαρξης. Τρεις ρυτίδες στο μέτωπο : αποτυπώματα αποχωρισμών. Μια μόνιμη σκιά κάτω απ’ τα μάτια : εμπειρία - γνώση του αδύνατου. Δυό γραμμές ανάμεσα στα φρύδια, κάθετες, να κόβουν τη ματιά στα δυό, στα τρία, στα τέσσερα : δυό οργές για τους ανεκπλήρωτους πόθους, δυό κατακόρυφες σπαθιές στο άσπιλο ρούχο της αθωότητας, να βαθαίνουν με τον καιρό. Στο στόμα, κυκλωτικά, δυο παρενθέσεις χαμόγελου. Οι χαρές όλες.

Η καλαμένια πένα αρχίζει να διηγείται μια μικρή γυμνή ιστορία.

…………….

Απόπλους

Posted in Εσωδιάστημα με ετικέτες, , , on 5 Μάρτιος 2008 by imakollata

kimmeridge-outtosea.jpg

Σε ποιαν ακτογραμμή του ονείρου να σε βρω;

*Σ’ ένα κοχύλι μέσα αποκοιμήθηκα

τους ήχους του ψηλάφιζα σε υπερπόντιους ύπνους

ιστορίες των βυθών, τρικυμισμένα παραμύθια

*Αστερισμούς του νότου χαράζω στην παλάμη

σαν άλλη χαρτογράφηση της μοίρας

στο στήθος καιροσκοπώ τις διαθέσεις τους

*Ξεδιπλώνω τον χρόνο μου ολόλευκο

τον παίρνει ο άνεμος μακριά

κουρέλι τον βρίσκω στις ξέρες του αδύνατου.

* Στις δίνες μάτια σου πνίγονται τ’ αθώα καράβια

Δυό μοίρες δυτικά της μοναξιάς παραμονεύει ο έρωτας

Κι ο θάνατος σπέρνει ύφαλους στον βορρά της ρότας

Πού κρύφτηκες πάλι,

για ποιόν ξεκίνησες απόπλου λογισμών;

*Βυθομετρώ τα ρεύματα και τις παλλίροιες

πορεία αταξίδευτη για των χειλιών σου τις ακτές

μα…

πώς να ξεγελάσω αυτόν τον άνεμο;

Χίλιες και μία εμμονές και το παραμιλητό τους -2

Posted in Εσωδιάστημα με ετικέτες, , on 27 Φεβρουάριος 2008 by imakollata

Eros and Psyche, originally uploaded by joojo.

1

Κι ύστερα ήταν όλα εκείνα που δεν μπόρεσες να πεις
κάποιο βράδυ που ξαπλώσαμε πάνω σ’ ένα σύννεφο
μαγιάτικο ολομόναχο.
Όλα εκείνα τα φωνήεντα που κρέμονταν από κλωστή διάφανη
δεμένης στ’ ασημένιο ακρόνυχο του φεγγαριού
– εκείνου, λέω, που πνίγηκε στο βλέμμα σου-
τα μετέωρα ανάμεσα στην ασπράδα των δοντιών και των χειλιών
το πορφυρό παραπέτασμα, τόσο εύθραυστα,
σαν πορσελάνη κινέζικη, τόσο ευαίσθητα
σαν φτερά πεταλούδας.

2

Κι εγώ, που βρήκα το κουράγιο και σ’ αποκάλεσα
μ’ όλα τα Α, τα Ε, τα Υ κι όλα τα Ο της ύπαρξης, διάφανα,
κρυστάλλινα, δισταχτικά και άτολμα ως προς την επικείμενη πτώση,
χαράς, απορίας, θαυμασμού και πόνου και ηδονής επιφωνήματα!
Μόνον ένα Ο μικρό, ολοστρόγγυλο το αποτόλμησε
- αυτονόητο βέβαια, λόγω του σχήματός του -
κύλησε ως τα έσχατα όρια των αισθήσεων, απλώθηκε, διευρύνθηκε,
ο κύκλος του αγκάλιασε κτιστά και άκτιστα , ειπωμένα και ανείπωτα
Έγινε Μέγα, κι από τότε σε μια γραμμούλα ισορροπεί,
δυσανάλογα μικρή για το μέγεθός του,
πότε απ’ τη μια, πότε απ’ την άλλη τραμπαλίζεται,
χωρίς να πέφτει στο κενό,
εκκρεμεί μεταξύ του ποτέ και του πάντα,
του νυν και αεί των αιώνων.
Παγίδευσε κι εμένα εντός του, εσώκλειστη να κοιτώ
τον βυθό του κόσμου μέσ’ από φινιστρίνι .

3

Τα σύμφωνα ήταν άλλη περίπτωση
Γεννήθηκαν απ’ το βίαιο πέρασμα του ανέμου
μεσ’ από φυλλοκάρδια σφαλισμένα κι από χαραμάδες,

σάρωσαν,ρήμαξαν, διέλυσαν,
όπως τα δυό Σίγμα σου τα εμβόλιμα ανάμεσα στο Ύδωρ
και στο Έαρ, όπως το Σίγμα του τέλους, οξύ, διαπεραστικό,
σαν το ολίσθημα της πέτρας πάνω σε άλλη πέτρα
και των κυμάτων την ορμή πάνω στους βράχους
και κάτω απ’ αυτούς ως μέσα βαθιά που σιγοβράζει μάγμα,
σμίγει η φωτιά με το νερό, οδυνηρό συναπάντημα
- υσδοσαές τ’ ονόμασα –
των ακραίων αντιθέσεων τέλεια ένωση.

Οι εκβολές των χειλιών σου ένα γόνιμο Δέλτα , υπόγεια δύναμη ,
βουβή, αθέατη, χύνεται στο λαιμό, στο στήθος σου,
διατρέχει την κοίτη με τις δασωμένες ακτές ως κάτω χαμηλά
στην συμβολή δυό κόκκινων ποταμών με τα ωκεάνια ρεύματα.
εκεί που πνίγει την ψυχή ένας έρωτας διάφανος,
να πνίγομαι κι εγώ στη Δύση του εφήμερου,
στην ανατολή του παντοτινού

ψιθυρίζω στον ύπνο μου
φωνήεντα, σύμφωνα,
συνθέτω απ’ την αρχή τις λέξεις και τ’ αρχαία ονόματα,
σε πόθους
διαλύομαι αρχαίους ….

Μικρές χαρές

Posted in Αποσπασματικά με ετικέτες, on 23 Φεβρουάριος 2008 by imakollata

 

 

 

 

mask.jpg

 

 

Κρύβεις τις μικρές χαρές

στο παλιό μπαούλο με τα ξεθωριασμένα όνειρα

και τις κιτρινισμένες μνήμες μιας αθωότητας που έμοιαζε παντοτινή.

Κάπου εκεί και το μουσικό κουτί με την σπασμένη χορεύτρια

-που άλλοτε μ’ όλα τα μέλη της ακέραια και ψυχή λευκή

στροβιλίζονταν στους παλιούς ρυθμούς και τις μελωδίες -

τ’ απλά καθημερινά μας φιλιά και τα χαμόγελα

μάσκες αποκριάτικες και κοστούμια φθαρμένα.

 

Χίλιες και μία εμμονές και το παραμιλητό τους -1

Posted in Εσωδιάστημα με ετικέτες, , on 20 Φεβρουάριος 2008 by imakollata


dove-moon.jpg

 

 

1.

Πόσ’ αναρίθμητα φεγγάρια μέτρησε

ως των απλωμένων του χεριών τα ακρωτήρια

κει που τα δάκτυλα συσπώνται τους ίσκιους ν’ αδράξουν

μιας θάλασσας ανάστατης τρικυμισμένης σάρκας

και του στήθους τις κορφές απεγνωσμένα σκεπάζουν

ψαύουν τις εύφορες κοιλάδες μιας απάτητης γης ανυπόμονα

φωλιάζουν σε σχισμές κρυφές σκοτεινές χαράδρες

τρέμοντας δέος γεύονται νόστιμα ύδατα σβήνουν δίψα άγρια

ανασαίνουν έκσταση εκπνέουν πόθο

διαδρομές πολύτροπες χαράζουν ως να διαπεράσουν

το τρωτό της ύλης να ξεχυθούν εντός ανυπότακτα υγρά

όπως εκείνο το ασημένιο κύμα

που ξεχύθηκε ασυγκράτητο στον ώμο του -τέλειος μαίανδρος-

σαν έλυσε μια μέρα τα μαλλιά του μόνο για χάρη της

πλημμύρισε τις εποχές της όλες πυρπολώντας τες.

Ω, τι ένδοξη ήττα!

 

2.

Ξυπνά ο ήλιος απ’ τον κόκκινο ύπνο του.

Μαζί του ξυπνά κι η ζωή, γυναίκα που ξενύχτησε

σ’ αγαπημένο στήθος,

απ’ τ’ αριστερό του πλευρό αποκολλάται απρόθυμα

τεντώνεται να ξεμουδιάσει από μια νύχτα έρωτα

- τις ώρες εκείνες που κοντοστάθηκε ο χρόνος και

κρυφάκουγε συνομιλίες μυστικής αγάπης

από χείλη και χέρια που έσφιξαν για λίγο τη μοίρα

με μια πείνα κρυφή για μοίρασμα για διάχυση

για ένωση σε ουσία κοινή - ανομολόγητο μυστήριο!

Εκείνος έσπειρε φως εκείνη θα γεννήσει ζωή καινούργια

μαζί θα ορίζουν τους κύκλους θα ορίζονται απ’ τους κύκλους

στο άπειρο.

Να ένα ωραίο παραμύθι που ξετυλίγεται ακόμα

απ’ την αρχή του χρόνου!

Κι ύστερα αποχωρισμός και θάνατος, έτσι,

για να συνεχιστεί αδιατάρακτη η ροή του κόσμου.

 

 

3

Ήρθε λοιπόν η ώρα να θάψεις το νεκρό περιστέρι

που κρατάς στην παλάμη σου;

Εκείνο λέω που κάθισε στο χέρι σου ακάλεστο

μιαν Άνοιξη όλο φωτιά και άνεμο.

Μα δεν μετριέται ο χρόνος όπως νομίζαμε,

με το βάθος του πόνου μετριέται, με της αγάπης τον ίλιγγο,

με τ’ αυτάρεσκο αντιφέγγισμα του κόσμου σ’ άδεια θάλασσα

νυχτερινή και στης εφήμερης ζωής το ρυτίδωμα

σαν καθρεφτίζεται στο κοσμικό κάτοπτρο.

Παράξενο που είναι!

Στο ίδιο σώμα η αγάπη κι ο θάνατος να ταξιδεύουν με προορισμό

δυο μάτια πέλαγα γεμάτ’ αστέρια ενός αφέγγαρου ουρανού

- αφού το φεγγάρι πνίγηκε σ’ αυτά τα μάτια

σε μια απελπισμένη πτώση, με μόνο πόθο να διαλυθεί

στην άβυσσο.

Ξέχνα το!

Δεν υπάρχει χώμα εδώ αρκετό για να θάψεις ένα όνειρο

τόσο μεγάλο.

 

 

Συνάντηση

Posted in Εσωδιάστημα on 20 Φεβρουάριος 2008 by imakollata

night_crack_by_gilad.jpg

Ακόμα σε συναντώ-τυχαία, λέω-

στο διάστημα ανάμεσα στα πράγματα

σε σοκάκια σκοτεινά τις αφέγγαρες νύχτες,

«Παρελθούσας αφής» και «Λησμονημένου ονείρου» γωνία

εκεί που θολές οι λάμπες του δρόμου

αχνοφέγγουν κιτρινισμένες μνήμες.

Πώς παγιδεύονται οι στιγμές στα έγκατα του χρόνου!

Διαδρομή

Posted in Εσωδιάστημα με ετικέτες, , , on 9 Φεβρουάριος 2008 by imakollata

 

 

 

Η γυναίκα και το φεγγάρι

 

 

 

Ίσως να φταίει το φεγγάρι που μου έδειξε έναν δρόμο για το όνειρο.

Είπα να τον περπατήσω το ίδιο εκείνο βράδυ

με γυμνά τα πόδια πάνω στα θαλάσσια ύδατα

και μια κόκκινη καρδιά στα χέρια να διώχνει τις σκιές των φόβων

κι όπου με βγάλει.

Έτσι έπρεπε….. να δοκιμάσω.

“Χα!” σκέφτηκα, “σαν άλλος Χριστός πάνω στα κύματα,

εν δυνάμει Θεά, μα όχι λιγότερο Θεϊκή στην αθωότητά μου μέσα “.

Ίσως να ήταν ο ασημένιος δείκτης του φεγγαριού

που χάραξε στη θάλασσα όλες τις οδύνες μου,

τις θλίψεις και τις μοναξιές και τις σπαραγμένες μου αγάπες

που θα με φέρουν πίσω, εκεί όπου ανήκω,

εκεί που δεν μπορούσα απ’ την αρχή να ξέρω πως ανήκω.

Δεν μπορούσα….

Ούτε εσύ θα μπορούσες.

Ούτε κανείς…..

 

Τι κι αν είναι το ίδιο λιμάνι απ’ όπου ξεκίνησα ή άλλο ;

 

(Γιατί πρέπει να υπάρξει μια διαδρομή)



“Flourish breast”

Posted in Εσωδιάστημα με ετικέτες, , , on 1 Φεβρουάριος 2008 by imakollata

 

 

 

 

 

 

brust_kleina.jpg

 

Έκλεισε με λάσπη από χώμα κι από δάκρυ τις ρωγμές του τοίχου

που μάτωνε απ’ την κάθε του σχισμή κι απ’ τους αρμούς της πέτρας

Άνοιξε κι ένα παράθυρο ανατολικά με θέα στα δυο πέλαγα

Γύρισε πίσω της να σφαλίσει την πόρτα τη μετέωρη στο χρόνο,

του παλιού ονείρου, μ’ εφτά φραγές απάνω της

Μα ένα μικρό πουλί απρόσκλητο

φτερούγισε απ’ τ’ άνοιγμα την ύστατη στιγμή,

κομίζοντας μνήμες στα φτερά , κελαηδώντας απαρέμφατα ονείρων

μ’ ομοιοκαταληξίες επιθυμιών στην λήγουσα της κάθε νότας.

Γέμισ’ ο αγέρας μελωμένες θύμισες…

Πάλι ελπίδες φτερούγισαν στο στήθος της γυναίκας

άνθισε εκείνο μέσ’ στο καταχείμωνο, κερασιά κατάφορτη ρόδινα άνθη

ρίζες ευέλικτες, αποφασιστικά διαπέρασαν το στέρνο της

και τον ραγισμένο τοίχο,

κλαδιά πολύτροπα αγκάλιασαν το κορμί της,

σκέπασαν και την πόρτα την επτασφράγιστη

και το παραθύρι

και τα δυό πέλαγα,

τα περασμένα με τα επόμενα γεφύρωσαν,

τα μακρινά, τα απλησίαστα με τα εγγύτερα,

οικεία και γνώριμα με τ’ άγνωστα έσμιξαν,

κι ήρθε και φώλιασε μικρό πουλί, μοίρα ατίθαση,

στο μεσιανό κλαρί,

για πάντα ένοικος της ενδοχώρας της.

Ήξερ’ εκείνη

πως μόνη πια δεν θα’ μενε ποτέ

ελεύθερη από προσμονές

από μνήμες άδεια .